Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

παραμύθια

άλλαξα την εικόνα στο μπλόγκ αλλά δεν είμαι απόλυτα ικανοποιημένος, κάτι δεν μου κάθεται καλά... ίσως είναι απλά θέμα συνήθειας.. τέσπα
γράφω ακόμα με την ελπίδα να βρω εκείνη την λέξη, εκείνη την λέξη που θα με σώσει, με αυτό στο μυαλό μου ότι και αν γράψω έχει νόημα. οι μέρες που περίμενα ήρθαν αλλά εγώ δεν είμαι αυτό που περίμενα, δεν έχω καμιά ενέργεια και καμιά όρεξη για ότιδήποτε.
anw τα αφήνω αυτά γιατί θα πέσω.. ας πάμε στα παραμύθια..


Μια φορά και έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε ένας πολύ κακός βασιλιάς που δεν πίστευε σε τίποτα εκτός από το χρυσάφι, και τον εαυτό του και είχε την απαίτηση και οι υπήκοοι του να πιστεύουν μόνο σε αυτά τα πράγματα, οι περισσότεροι το έκαναν γιατί φοβόντουσαν την οργή του Βασιλιά που σκότωνε όσους δεν τον υπάκουαν,Σε ένα χωριό όμως μια μικρή ομάδα ανθρώπων που πίστευε πάρα πολύ στον Θεό αρνήθηκε να το κάνει, ο Βασιλιάς το έμαθε και αφού μάζεψε τον στρατό του ξεκίνησε για το μακρινό χωριό με σκοπό να τους τιμωρήσει παραδειγματικά και κανείς πια να μην τον αμφισβητήσει. Οι χωρικοί έμαθαν πως ο Βασιλιάς ερχόταν με τον στρατό του και ξέροντας πως αν έμεναν στο χωριό τους το μόνο που τους περίμενε ήταν ο θάνατος κατέφυγαν στο διπλανό δάσος. Όταν ο Βασιλιάς έφτασε στο χωριό το βρήκε εγκαταλειμμένο, κανένα ίχνος από τους χωρικούς, έστειλε λοιπόν τους κατασκόπους του να ψάξουν για αυτούς και εκείνοι κάνοντας σωστά την δουλειά τους ανακάλυψαν πως οι χωρικοί είχαν κρυφτεί στο δάσος. Ο Βασιλιάς ξεκίνησε για το δάσος.. οι χωρικοί τον είδαν από μακρυά να έρχεται και κατάλαβαν πως δεν υπήρχε πια τρόπος να διαφύγουν, δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα, αποδέχθηκαν λοιπόν την μοίρα τους και πως θα πεθάνουν αλλά αποφάσισαν να αφήσουν αυτόν τον Κόσμο κάνοντας κάτι που πραγματικά πίστευαν, κάτι που θα έδειχνε στον Βασιλιά πως ακόμα και τις τελευταίες τους στιγμές δεν έχασαν την πίστη τους, έτσι μαζεύτηκαν όλοι μαζί και άρχισαν να προσεύχονται..
Τότε ένα θαύμα συνέβη.. όσο οι χωρικοί προσεύχονταν τόσο πιο σκοτεινό γινόταν το δάσος, και μέχρι την στιγμή που ο Βασιλιάς και ο Στρατός του μπήκαν μέσα δεν μπορούσες να δεις τίποτα, το σκοτάδι ήταν τόσο βαθύ, τόσο πυκνό που σε έκανε να αμφιβάλεις για το αν ποτέ υπήρξε φως.. μεγάλη σύγχυση επικράτησε και οι άντρες του Βασιλιά χάθηκαν ανάμεσα στα δέντρα, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο και μέσα στον φόβο και το σκοτάδι πολλοί σκότωσαν τους συντρόφους τους. Κανείς δεν ξέρει τι συνέβη στον Βασιλιά, άν επέζησε ή αν σκοτώθηκε και αυτός από τους ίδιους του τους στρατιώτες..
οι Χωρικοί χάρη στην μεγάλη πίστη τους οδηγήθηκαν έξω από το δάσος από έναν άγγελο του Θεού και πέρασαν σε ένα άλλο Βασίλειο με έναν πιστό και ενάρετο Βασιλιά
Στο παλιό Βασίλειο, το σκοτάδι από το Δάσος δεν έφυγε ποτέ για να θυμίζει σε όλους τους επόμενους Βασιλιάδες την δύναμη και την αλήθεια του Θεού, κανένας δεν τόλμησε να μπει ξανά στο δάσος εκείνο, αλλά οι γέροι κάτοικοι των γύρω χωριών λένε ακόμα ιστορίες για τις φωνές που ακούγονται την νύχτα να βγαίνουν από το δάσος. φωνές μετανιωμένες που ψάχνουν τον δρόμο τους και θέλουν ξανά να δουν το φως

The origin..
είναι τα γενέθλια του Χ. Κ. Άντερσεν και επίσης διάβασα στην ανεξάντλητη πηγή για την Land of Darkness..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου